του Γιώργου Βέλτσου
Αναλογίζομαι τις δυσκολίες των πολιτικών αρχηγών με τους άσκοπους
εξορκισμούς (πολιτική-βουντού) απέναντι στην τρόικα. Οι κόκκινες γραμμές
τους έγιναν σερπαντίνες. Γι' αυτό να μην προπαγανδίζονται στα
κυριακάτικα φύλλα τα νέα (σωτήρια) «σχήματα» με τη συμμετοχή
«δοκιμασμένων» πολιτικών. Δεν είναι οξύμωρο να καλούνται πυρομανείς ως
πυροσβέστες; Δεν είναι αποδεδειγμένα ακατάλληλοι και επιπλέον
αλλοπρόσαλλοι και όλα τα στερητικά «άλφα» που θα μπορούσε κανείς να
προσθέσει στις υποτιθέμενες ιδιότητές τους; Απερίγραπτοι.
Και είναι φυσικό, όταν υποτίθεται πως παρεμβαίνεις γράφοντας
πολιτικά, να διερωτάσαι αν το καλύτερο που θα είχες να κάνεις είναι να
μη γράφεις. Η απάντηση είναι: «Ναι, αλλά όχι», όπως επίσης: «Οχι, αλλά,
παρά ταύτα, ναι». Και αν πρεσβεύεις πως η αναποφασιστικότητα αυτή
αυξάνει την ένταση μεταξύ του «ναι» και του «όχι» σου, τότε το μόνο
σίγουρο είναι πως δεν αρνείσαι ούτε την άρνηση ούτε την κατάφαση.
Η
παρέμβασή σου μοιάζει έτσι ατελέσφορη, αλλά και η σιωπή σου επίσης.
Παρηγορήσου, λοιπόν, κατά τον επιθανάτιο ρόγχο της πατρίδας σου με τη
ρήση ενός σοφού: «Δοκιμάζουμε και αισθανόμαστε την αιωνιότητα». Πολλώ
μάλλον τώρα που η θανατηφόρα καταστατική «αρχή» του ΔΝΤ σε θέλει νεκρό
(«Good people, no people» ή, στη γλώσσα σου, «Καλοί Ελληνες, νεκροί
Ελληνες»). Αντιλαμβάνεσαι ότι αποστέλλεσαι αδιάβαστος σ' ένα
τριτοκοσμικό υπερπέραν. Αν μάλιστα στη νεκρολογία προσθέσεις και τη
χαριτολογία του Κέινς: «Μακροπρόθεσμα θα έχουμε όλοι πεθάνει»,
ξεμπέρδεψες. Ο Μαρξ ύστερα θα φροντίσει για τα μπετά γράφοντας στην
ταφόπλακα: «Το νεκρό αδράχνει το ζωντανό». Και φαίνεται πως ο
νεκροθάφτης των οικονομιών, καθηγητής Ρουμπινί, θα το επιβεβαιώσει τέλη
Φεβρουαρίου στην Αθήνα: «Η Ελλάδα οφείλει να μην πληρώσει». Πώς λοιπόν η
Μέρκελ και ο Σαρκοζί να μη ζητούν «ειδικό λογαριασμό»;
Οσο αντιλαμβάνομαι το κρίσιμο των περιστάσεων τόσο περισσότερο
πιστεύω πως δεν πρέπει να πιστεύω ότι πιστεύω στη σωτηρία της Ελλάδας.
Και την ίδια στιγμή, όταν δεν πιστεύω στην καταστροφή, δεν πρέπει να
πιστεύω πως δεν πιστεύω. Διατύπωσα θαρρώ ευκρινώς το δίλημμα όλων των
Ελλήνων. Ο Παπαδήμος καλού-κακού παρήγγειλε στο Γενικό Λογιστήριο έκθεση
για την περίπτωση χρεοκοπίας μας. Plan B. Kαι το plan C;
Θα έπρεπε περισσότερο από την οικονομία να σωθεί η νοημοσύνη μας.
Και να επιμένουμε να ζητάμε την αιωνιότητα εδώ και όχι στο υπερπέραν.
Προτιμώ από την αδεξιότητα της κοινής λογικής περί της σωτηρίας την επιδεξιότητα της αμφιβολίας.
Θέλουν να μας κάνουν καλούς Ελληνες; «Προσεχώς Βουλγάρες», όπως
διάβαζα προ ετών σ' ένα σκυλάδικο στη Θηβών. Θέλουν να γίνουμε
φαντάσματα στο «τρένο-φάντασμα» του λούνα-παρκ; Εντάξει. Αλλά μετά ας
πάμε να δοκιμάσουμε την τύχη μας και στη «σκοποβολή»!
Απο:ΤΟ ΒΗΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου