Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2014

Τιμές Γερμανίας, μισθοί Ελλάδας

Απτόητες συνεχίζουν την ανοδική τους πορεία οι τιμές των βασικών ειδών διατροφής, παρά την πρωτοφανή οικονομική ύφεση και τη μεγάλη μείωση των εισοδημάτων. Μάλιστα, την ώρα που η ύφεση έχει «τσακίσει» την αγορά, η μάχη στο μέτωπο των σούπερ-μάρκετ καλά κρατεί.
Έτσι, τα ελληνικά νοικοκυριά, λόγω της μείωσης των εισοδημάτων και της αύξησης των τιμών, περικόπτουν δραστικά τις δαπάνες, ακόμη και για τα πλέον απαραίτητα τρόφιμα. Την ίδια ώρα... 
τα σούπερ-μάρκετ, για να κρατήσουν τον τζίρο και το μερίδιό τους στη συρρικνωμένη αγορά, αυξάνουν τα σημεία πώλησης ώστε να προσελκύσουν μεγαλύτερο αριθμό καταναλωτών που θα αντισταθμίσει τη μειωμένη ζήτηση. Για τον λόγο αυτόν οι περισσότεροι επιχειρηματίες του κλάδου ρίχνουν «ζεστό χρήμα» στην αγορά, με αποτέλεσμα οι μεγάλες αλυσίδες να εμφανίζουν τζίρο στις περισσότερες περιπτώσεις σταθερό ή ελαφρώς μειωμένο και σε λιγότερες ακόμη και αυξημένο. Οι μεγάλες αλυσίδες τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιήσει επενδύσεις που ξεπερνούν τα 3,5 δισ. ευρώ και αντιπροσωπεύουν πάνω από το 60% των συνολικών επενδύσεων στο λιανεμπόριο τροφίμων, με το συνολικό δίκτυο καταστημάτων να ξεπερνά τα 4.370. Ο ΟΟΣΑ, σε έκθεση που έγινε πρόσφατα γνωστή, θεωρεί πως το καλάθι της νοικοκυράς στην Ελλάδα παραμένει ακριβό αφού, εάν ένα καλάθι συγκεκριμένων προϊόντων στην Ελλάδα κοστίζει 100 ευρώ, το αντίστοιχο καλάθι στη Γερμανία στοιχίζει 110 ευρώ (είναι δηλαδή μόνο 10% ακριβότερο, όταν η Γερμανίδα νοικοκυρά διαθέτει τουλάχιστον διπλάσιο εισόδημα), στην Αγγλία 111 ευρώ, στην Αυστρία 114 ευρώ, στο Λουξεμβούργο 132 ευρώ, στην Πορτογαλία 93 ευρώ, στη Σλοβενία 92 ευρώ και στην Τουρκία 76 ευρώ.
Οι πολυεθνικές
  Τις τιμές φαίνεται να κρατούν ψηλά μια χούφτα πανίσχυρων πολυεθνικών, οι οποίες έχουν κάνει «κατάληψη» σε όλα ανεξαιρέτως τα ράφια προβολής πουλώντας τα (εισαγόμενα) προϊόντα τους σε εξαιρετικά υψηλές τιμές – στο παρελθόν μάλιστα οι πολυεθνικές αυτές καταδικάστηκαν τόσο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ανταγωνισμού όσο και από τη Γαλλική Επιτροπή Ανταγωνισμού για δημιουργία καρτέλ με στόχο τη συμφωνημένη «ρύθμιση» των τιμών των προϊόντων τους. Παρά ταύτα, μυαλό δεν βάζουν, αλλά συνεχίζουν την επικερδή αυτήν τακτική κάτω από τη «μύτη» του κράτους… αφού οι μεγάλες αλυσίδες λιανικής της χώρας μας αποτελούν έναν ασφαλή και συνεπέστατο «πελάτη» των κρατικών εσόδων (ΦΠΑ, Φόρος επί των κερδών, ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και εργαζομένου, ειδικοί φόροι κατανάλωσης κ.ά.). Μάλιστα φαίνεται να ψάχνουν και τρόπους, σε συνεργασία με την πολιτεία, να διευρύνουν τον κατάλογο των προϊόντων που διαθέτουν ώστε να συγκρατήσουν τους τζίρους τους.
Στο σούπερ-μάρκετ…
  Έτσι, λοιπόν, μέσα στο πλαίσιο αυτό, πρόκειται σύντομα να βρίσκουμε στα ράφια των αλυσίδων λιανικής τα «εξαιρετικά υψηλής φορολογικής αξίας» τσιγάρα και άλλα προϊόντα καπνού (σε έναν ετήσιο τζίρο 4,2 δισ. ευρώ τα 3,5 δισ. είναι φόροι), με το «μονοπώλιο» των περιπτέρων και των μικρών καταστημάτων να καταρρέει κάτω από την πίεση των μεταρρυθμίσεων στην ελληνική οικονομία. Και δεν είναι μόνο αυτό. Ένα άλλο καθεστώς - ταμπού βρίσκεται υπό συζήτηση και αφορά πολλές χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ελλάδα, οι οποίες καλούνται να βελτιωθούν, μέσα από τον ανταγωνισμό, για να επιβιώσουν: Τα αρτοποιεία που προσφέρουν στη γειτονιά το καθημερινό, φρέσκο ψωμί. Η συζητούμενη δυνατότητα των μεγάλων αλυσίδων να κάνουν τη διαδικασία προπαρασκευής μέσα στους χώρους τους σε μικρούς φούρνους και να πουλάνε προψημένο ψωμί θα εντείνει τον ανταγωνισμό στον τομέα αυτόν υποχρεώνοντας τους χιλιάδες μικροεπαγγελματίες σε καλύτερη ποιότητα, συμπίεση των τιμών, επέκταση σε τυποποιημένα είδη που ήδη διαθέτουν τα σούπερ-μάρκετ, όπως φέτες για τοστ, φρυγανιές, παξιμάδια, κριτσίνια και πολλά άλλα αρτοποιήματα. Τέλος, συζητείται έντονα η διάθεση των μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων από τα σούπερ-μάρκετ, κάτι που θα ταρακουνήσει ένα ακόμα μεταπολεμικό ταμπού: την αποκλειστικότητα χιλιάδων φαρμακείων! Η διάθεση από τα σούπερ-μάρκετ φαρμάκων που δεν συνταγογραφούνται, όπως παυσίπονα, αντιβηχικά, βιταμίνες κ.ά., είναι κάτι που αργά ή γρήγορα θα εφαρμοστεί και στην Ελλάδα, αφού ήδη ισχύει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπου τα είδη αυτά πωλούνται ευρύτατα και εκτός φαρμακείων. Σύμφωνα με την Εθνική Συνομοσπονδία Ελληνικού Εμπορίου (ΕΣΕΕ), οι δεκαέξι μεγαλύτερες αλυσίδες σούπερ-μάρκετ της χώρας, που αντιπροσωπεύουν το 65% του συνολικού τζίρου του λιανεμπορίου, καταγράφουν αυξήσεις ενώ με την εισαγωγή των τσιγάρων των άρτων αλλά και φαρμάκων μη συνταγογραφούμενων θα απογειωθούν σε τζίρους. Έως και το 2013, σύμφωνα με στοιχεία των ισολογισμών τους που συγκέντρωσε η ICAP και επεξεργάστηκε το Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών (ΙΝΕΜΥ) της ΕΣΕΕ: «Αυτή η εξέλιξη υποκρύπτει την ύπαρξη ολιγοπωλιακών χαρακτηριστικών στην ελληνική αγορά τροφίμων. Η ετήσια αύξηση του κύκλου εργασιών των δεκαέξι μεγαλύτερων αλυσίδων σούπερ-μάρκετ, παρά την οικονομική ύφεση, δείχνει ότι η τάση για ενίσχυση των ολιγοπωλιακών πρακτικών γίνεται εντονότερη. Και, βέβαια, η αύξηση του τζίρου των μεγάλων σούπερ-μάρκετ συνεπάγεται αντίστοιχη μείωση του τζίρου των μικρότερων λιανεμπορικών επιχειρήσεων στην αγορά, σε μια ήδη συρρικνωμένη οικονομία...». Σε πολλά προϊόντα οι τιμές καθορίζονται διεθνώς, σε κάποια άλλα η μείωση της προσφοράς πιέζει ανοδικά τις τιμές, ενώ το σύνολο των παραγωγικών επιχειρήσεων επηρεάζεται από την αύξηση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος, του πετρελαίου και των πρώτων υλών, αλλά και από την επιβολή φόρων στα ακίνητα. 
  Εξαγγελίες και κούφια λόγια από το υπουργείο Ανάπτυξης
 
  Τη στιγμή που η φοροδοτική ικανότητα του Έλληνα έχει εξαντληθεί και το εισόδημά του έχει υποστεί δραματική μείωση, οι τιμές των προϊόντων όχι μόνο δεν πέφτουν, αλλά συνεχίζουν να αυξάνονται.
Παρά τις όποιες πρωτοβουλίες έχει εξαγγείλει κατά καιρούς το υπουργείο Ανάπτυξης για τον περιορισμό ή την πάταξη της ακρίβειας, όχι μόνο δεν υπήρξε κανένα απτό αποτέλεσμα στην αγορά, αλλά αντίθετα η κατάσταση φαίνεται πλέον να ξεφεύγει… Από το 2008 μέχρι σήμερα καταγράφονται αυξήσεις από 3% έως και άνω του 20% σε βασικά είδη διατροφής, όταν στο ίδιο διάστημα τα εισοδήματα έχουν μειωθεί κατά σχεδόν 30%... Ακόμη και το 2014, που φαίνεται να μπαίνει κάποιο «φρένο», το επίπεδο τιμών των τροφίμων κινείται ανοδικά – έστω και με οριακές αυξήσεις. Αντίστοιχα, αυξάνονται και οι πωλήσεις των δεκαέξι μεγαλύτερων αλυσίδων σούπερ-μάρκετ της χώρας, σε αντίθεση με τη συνολική εικόνα του λιανεμπορίου, όπου ο τζίρος συρρικνώνεται. Σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), η οποία παρουσιάζει τα αποτελέσματα συγκριτικής έρευνας τιμών των προϊόντων του λιανεμπορίου τροφίμων ανάμεσα στις μεγάλες αλυσίδες τροφίμων (σούπερ-μάρκετ) και στο σύνολο των σημείων πώλησης στην Ελλάδα, προκύπτει ότι οι τιμές των προϊόντων τα τελευταία χρόνια αυξήθηκαν κατά 5,13%. Ειδικότερα, η έρευνα αποκαλύπτει ότι σε διάστημα σχεδόν 4 ετών στις αλυσίδες σούπερ-μάρκετ οι τιμές σε τρόφιμα και μη αλκοολούχα ποτά παρουσιάζουν αύξηση 1,20% (με πραγματική μείωση -3,30% αν αφαιρεθούν οι αυξήσεις του ΦΠΑ), ενώ στο σύνολο της αγοράς υπάρχει μία άνοδος της τάξης του 5,13%, η οποία είναι δεδομένο ότι είναι πολύ μεγαλύτερη στα μικρά σημεία πώλησης. Έτσι, για την αγορά 19 βασικών προϊόντων (ρύζι, κρέας, πατάτες, γάλα, γιαούρτι κ.λπ.) από τις αλυσίδες σούπερ-μάρκετ ο Έλληνας καταναλωτής ξόδευε, εν έτει 2011, 50,67 ευρώ. Για το ίδιο καλάθι προϊόντων τον περσινό Ιανουάριο δαπάνησε 51,9 ευρώ, ενώ τον αντίστοιχο μήνα φέτος ξόδεψε 51,74 ευρώ. Όπως προκύπτει από την έρευνα, οι τιμές στα σούπερ-μάρκετ είναι σημαντικά χαμηλότερες από το σύνολο της αγοράς. Συγκεκριμένα, για το 2011-2012 το κανάλι πώλησης σούπερ-μάρκετ είναι φθηνότερο κατά μέσο όρο 13%-16% σε σχέση με το σύνολο της αγοράς.
Οι τρεις αιτίες της ακρίβειας
 
  Η ΕΣΕΕ τονίζει στην έρευνά της ότι τα αίτια της ακρίβειας, εν μέσω μάλιστα οικονομικής ύφεσης, είναι:
1 Οι υψηλοί συντελεστές ΦΠΑ. Στην Ελλάδα βρίσκονται στα επίπεδα του 13% και 23%, στην Ισπανία είναι 8% και 18% και στο Ηνωμένο Βασίλειο στο 5% και 20% αντίστοιχα. 2 Η αυξημένη φορολόγηση στα υγρά καύσιμα και οι υψηλές τιμές ηλεκτρικού ρεύματος. Οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης στη βενζίνη και στο ντίζελ έχουν καταστήσει τη χώρα μας μία από τις ακριβότερες στην Ε.Ε. ως προς το κόστος μεταφοράς. Έτσι οι επιχειρήσεις μετακυλίουν αυτές τις δαπάνες στην τελική κατανάλωση. Ακόμη, το μη άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας δυσκολεύει τους επιχειρηματίες στην αναζήτηση φθηνότερου προμηθευτή ρεύματος. 3 Η ολιγοπωλιακή αγορά. Η δραστηριοποίηση λίγων επιχειρήσεων στην παραγωγή ή τη διάθεση τροφίμων και άλλων προϊόντων νοικοκυριού έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού και το «φούσκωμα» των τιμών. Επιπλέον, η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς, σε συνδυασμό με την εφαρμογή των αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, εξοβελίζει και κάθε δυνατότητα εισόδου νέου «παίκτη». Εν τω μεταξύ οι Έλληνες καταναλωτές συγκρίνουν περισσότερο τιμές και προϊόντα και επιλέγουν σούπερ-μάρκετ για αγορές. Τα στοιχεία της πρόσφατης ετήσιας πανελλήνιας έρευνας του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), με δείγμα 2.000 καταναλωτές από όλη την Ελλάδα, δείχνουν ότι ο Έλληνας καταναλωτής έχει γίνει πολύ πιο «κριτικός» στη διαδικασία επιλογής προϊόντων και ότι θεωρεί ότι τον εξυπηρετεί καλύτερα το σούπερ-μάρκετ σε αυτήν τη διαδικασία σύγκρισης τιμών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 82% των καταναλωτών δηλώνει ότι συγκρίνει περισσότερο σε σχέση με το παρελθόν τις τιμές των προϊόντων, ενώ χαρακτηριστικό τού πόσο ενεργητικός έχει γίνει ο καταναλωτής είναι το ότι το 62% των ερωτηθέντων απαντά ότι επισκέπτεται περισσότερα καταστήματα σούπερ-μάρκετ από πριν προκειμένου να συγκρίνει τιμές και να κάνει τις αγορές του.
  Τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, δε, κερδίζουν σταθερά έδαφος, παρά τη συρρίκνωση της συνολικής αγοράς.

Aπο: Το Ποντίκι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΛΑΡΚΙΚΑ ΝΕΑ - Οι ειδήσεις σε τίτλους